Αιμοδοσία

Πληροφορίες για τον Επαγγελματία Υγείας

Αιμοδοσία

Η απουσία τεχνητών υποκατάστατων του αίματος καθιστά την προσφορά αίματος πρωταρχική και ουσιαστική προϋπόθεση για την  ύπαρξη αλλά και τη βιωσιμότητα της ιατρικής των μεταγγίσεων. Για αυτόν τον λόγο η ενημέρωση, η προσέλκυση και η ένταξη αιμοδοτών στην αιμοδοσία αποτελεί τη βάση του αιμοδοτικού συστήματος κάθε χώρας με σκοπό την εξασφάλιση επαρκούς ποσότητας αίματος κατάλληλης ποιότητας για τις ανάγκες της σύγχρονης ιατρικής. Η ανάγκη της εθελοντικής προσφορά αίματος από άνθρωπο σε άνθρωπο και από την άλλη πλευρά η απαίτηση αυτή η προσφορά να πληροί αυστηρές προϋποθέσεις προκειμένου να διασφαλισθεί η μέγιστη δυνατή ασφάλεια της μετάγγισης, προσδιορίζει την ιδιαιτερότητα της ενέργειας και τις αρχές που τη διέπουν.

Η πολυπλοκότητα της πράξης της προσφοράς αίματος  και οι ηθικές, κοινωνικές, οικονομικές και επιστημονικές διαστάσεις, που τη συνοδεύουν, αποτελούν αντικείμενο διαρκούς προβληματισμού και έρευνας. Ήδη από το 1949, το Συμβούλιο της Ευρώπης, στα πλαίσια της πολιτικής για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχε αρχίζει να επεξεργάζεται ορισμένες αρχές για την πολιτική της υγείας προτάσσοντας στα επόμενα χρόνια (1958-1962)  την αναγκαιότητα διαμόρφωσης ενιαίων κανονισμών για την αιμοδοσία και τις μεταγγίσεις αίματος. Οι κανονισμοί αυτοί έμελλε να αποτελέσουν βάση ενός παγκοσμίου προτύπου ποιοτικού ελέγχου με τις ακόλουθες αρχές:

  • Τα κράτη πρέπει να στοχεύουν να γίνουν αυτάρκη σε αίμα.
  • Οι αιμοδότες δεν θα πρέπει να αμείβονται.
  • Η συλλογή, ο έλεγχος και διάθεση αίματος και προϊόντων του δεν θα πρέπει να γίνονται με γνώμονα το κέρδος.
  • Η ασφάλεια και η ποιότητα των προϊόντων του αίματος θα πρέπει να είναι εγγυημένη.

Παγκόσμια ώθηση στην αντίληψη της εθελοντικής μη αμειβόμενης αιμοδοσίας ως βασική αρχή του αιμοδοτικού συστήματος έδωσε η έρευνα το 1970 του Άγγλου οικονομολόγου Titmuss. Σε μια εποχή που η επ΄αμοιβή αιμοδοσία ήταν η πιο συνηθισμένη μορφή η αντιπαράθεση μεταξύ των οικονομολόγων για τον τρόπο προμήθειας του Αίματος υπήρξε έντονη. Ορισμένοι υποστήριζαν, ότι το αίμα θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως εμπορευματικό αγαθό εν ανεπαρκεία και η αγοραστική του αξία να καθορίζεται με βάση τους «νόμους» της προσφοράς και της ζήτησης.

Ο Titmuss υιοθέτησε διαμετρικά αντίθετη άποψη χαρακτηρίζοντας την εθελοντική μη αμειβόμενη προσφορά αίματος από ανώνυμους αιμοδότες ως μία από τις τελευταίες  εναπομένουσες πράξεις αλτρουισμού. Μετά τον Titmuss αναγνωρίστηκε η ανάγκη να διαμορφωθεί ένα ενιαίο και κωδικοποιημένο σύστημα αιμοδοσίας/μετάγγισης βασισμένο στις αρχές του εθελοντισμού. Αυτή η αρχή απετέλεσε και τον θεμέλιο λίθο για όλο το νομοθετικό και οργανωτικό οικοδόμημα της αιμοδοσίας με κύρια έκφραση την αποδοχή από όλους τους διεθνείς οργανισμούς και όργανα του ορισμού της εθελοντικής μη αμειβόμενης αιμοδοσίας έτσι όπως εκφράστηκε στη Σύσταση R(88)4 του Συμβουλίου της Ευρώπης περί ευθυνών των υγειονομικών αρχών στον τομέα της αιμοδοσίας:

«Η αιμοδοσία θεωρείται «εθελοντική και μη αμειβόμενη» αν ο αιμοδότης δίνει το αίμα με τη θέληση του/της, χωρίς να δέχεται αμοιβή, είτε σε χρήμα είτε σε άλλο είδος που θεωρείται  ότι υποκαθιστά το χρήμα. Στην αμειβόμενη αιμοδοσία περιλαμβάνεται και η άδεια από την εργασία, αν υπερβαίνει το χρόνο που απαιτείται για την αιμοδοσία και τη μεταφορά. Μικρά δώρα όπως αναψυκτικά και μεταφορικά, δεν αντιβαίνουν στους όρους της εθελοντικής μη αμειβόμενης αιμοδοσίας».

Στη συνέχεια θεσπίσθηκαν μία σειρά κώδικες, συστάσεις, κανονισμοί και οδηγίες με έμφαση στην ανάγκη άριστης αξιοποίησης του αίματος και στην αποδοχή του γεγονότος ότι η επάρκεια των προϊόντων αίματος προς όφελος όλων των ασθενών εξαρτάται από την προσέλκυση εθελοντών και την ύπαρξη ενός συντονισμένου δικτύου υπηρεσιών αιμοδοσίας υπό την ευθύνη των υγειονομικών αρχών.

Scroll to Top Skip to content